ἐχέβωμον

ἐχέβωμον, τό,
A altar-base or chapel containing an altar, IG12(5).595 B24, Mus.Belg.25.108 ([place name] Iulis).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εχέβωμον — ἐχέβωμον, τὸ (Α) επιγρ. βάση βωμού ή μικρός ναός που περιέχει βωμό. [ΕΤΥΜΟΛ. < εχε * (< έχω I) + βωμός] …   Dictionary of Greek

  • εχε- — (ΑΜ ἐχε ). [ΕΤΥΜΟΛ. Τα σύνθ. με α συνθετικό εχε ανήκουν στη γενικότερη κατηγορία τών συνθέτων με ρηματικό θ. ενεστ. ή αορ. ως α συνθετικό, παρ όλο που αναπτύχθηκαν πολλές απόψεις για την ερμηνεία τού σχηματισμού τους πρβλ. αρχέ κακος, εχέ θυμος,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.